ἔκπτωμα

ἔκπτωμα, ατος, τό,
A dislocation, Hp.Art.28.
II collapse of a dam, PTeb.72.78 (ii B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκπτωμα — ἔκπτωμα, το (Α) 1. εξάρθρωση 2. κατάρρευση αναχώματος …   Dictionary of Greek

  • ἔκπτωμα — dislocation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπτωμάτων — ἔκπτωμα dislocation neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπτώμασι — ἔκπτωμα dislocation neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπτώματα — ἔκπτωμα dislocation neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπτώματος — ἔκπτωμα dislocation neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.